Η εύκολη απάντηση είναι ο Σαμαράς! Αν ρίξουμε όμως μια ματιά στη παρακάτω ιστορία, ίσως κάποιοι να αλλάξουν γνώμη:
Στις 30 Μαρτίου υπεγράφησαν οι συμβάσεις 7160 (με ERICSSON / INTRAKOM) και 7170 (με SIEMENS AG/ΣΗΜΕΝΣ ΤΗΛΕΜΗΧΑΝΙΚΗ) για την προμήθεια στον ΟΤΕ 84.000 ψηφιακών κυκλωμάτων και 20.000 ψηφιακών παροχών. Τεχνολογιών EWSD & AXE 10 των άνω δύο συμβαλλομένων αντιστοίχως. Στις συμβάσεις υπάρχει πρόβλεψη για την κάλυψη των αναγκών του προγράμματος 1988-1992 του ΟΤΕ μεταξύ των δύο εταιριών. Πράγματι τον Φεβρουάριο 1989 πραγματοποιείται διαγωνισμός για την προμήθεια 470.000 ψηφιακών παροχών και 135.000 ψηφιακών κυκλωμάτων.
Στις 19 Μαΐου 1989 το Δ.Σ. του ΟΤΕ αποφάσισε να κατακυρώσει τον διαγωνισμό στις εταιρίες ERICSSON/INTRAKOM και SIEMENS/ΣΗΜΕΝΣ. Τον επόμενο μήνα αναλαμβάνει η κυβέρνηση Τζαννετάκη. Η νέα διοίκηση του ΟΤΕ, ύστερα από επαναδιαπραγμάτευση, ενέκρινε την κατακύρωση. Τελικώς την 31η Ιανουαρίου ο πρωθυπουργός Ξ. Ζολώτας και οι πολιτικοί αρχηγοί Κ. Μητσοτάκης, Α. Παπανδρέου και Χ. Φλωράκης συμφώνησαν να υπογραφούν οι βελτιωμένες (κατά 6 δις δραχμές έναντι της αρχικής) συμβάσεις. Είναι οι συμβάσεις 7220 και 7230 της 1ης Φεβρουαρίου 1990 με τις δύο εταιρίες αντιστοίχως.
Εν συνεχεία την 5η Δεκεμβρίου 1991 υπεγράφησαν οι συμβάσεις 7300 και 7310 μεταξύ των ίδιων εταιριών και του ΟΤΕ για την προμήθεια σημαντικού αριθμού νέων ψηφιακών παροχών και κυκλωμάτων. Οι συμβάσεις αποτελούν επέκταση των συμβάσεων 7220 και 7230.
Τον Μάρτη του 1992 το Δ.Σ. του ΟΤΕ αποφάσισε να προκηρύξει ανοικτό μειοδοτικό διαγωνισμό για την προμήθεια 1.100.000 ψηφιακών παροχών. Στον διαγωνισμό, ο οποίος πραγματοποιήθηκε την 23η Ιουλίου 1992, υπέβαλαν προσφορές οι εταιρίες ERICSSON, SIEMENS, ALCATEL, AT&T, και NORTHERN TELECOM. Στο μεταξύ ο ΟΤΕ είχε πραγματοποιήσει επιπλέον παραγγελίες προς τις ERICSSON/INTRACOM και SIEMENS/ΣΗΜΕΝΣ για 740.000 ψηφιακές παροχές και 300.000 ψηφιακά κυκλώματα, με τη διαδικασία επέκτασης των προηγούμενων συμβάσεων.
Συνέβησαν τότε τα εξής περίεργα. Ύστερα από πρόταση της επιτροπής αξιολόγησης οι προσφορές των ALCATEL, AT&T, και NORTHERN TELECOM απερρίφθησαν ως ευρισκόμενες εκτός του αντικειμένου του διαγωνισμού. Έμειναν έτσι να διεκδικούν την κατακύρωση οι ίδιες πάντα δύο εταιρείες. Με ελάχιστες μεταξύ τους διαφορές.
Αυτά είναι αφτιασίδωτα τα γεγονότα. Πρέπει να σημειωθεί πως οι επεκτάσεις των συμβάσεων είχαν εγκριθεί για να μην καθυστερήσει ένα πρόγραμμα ταχείας ανάπτυξης (crash program), το οποίο είχε συνταχθεί για λογαριασμό του ΟΤΕ από την εταιρία COOPERS & LYBRAND με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και εξετελείτο, μέσα σε στενά χρονικά όρια, χρηματοδοτούμενο επίσης από την κοινότητα. Στις επεκτάσεις αυτές εξάλλου υπήρχε ρήτρα ότι, εάν στον επόμενο διαγωνισμό επιτυγχάνονταν χαμηλότερες τιμές, αυτές θα ίσχυαν για επανακοστολόγηση των βάσει των επεκτάσεων προμηθειών. Η προκύπτουσα διαφορά θα έπρεπε να επιστραφεί στον ΟΤΕ.
Από δω αρχίζει η περιπέτεια, η οποία οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Η αδυσώπητη σύγκρουση δηλαδή, μεταξύ κυβέρνησης και των δύο εταιριών, οι οποίες είχαν προκριθεί για κατακύρωση. Επειδή ο αποκλεισμός των τριών, για πρώτη φορά συμμετεχουσών σε διαγωνισμό του ΟΤΕ εταιριών (εκ των μεγαλυτέρων και σοβαροτέρων στον κόσμο, στον τομέα των τηλεπικοινωνιών), προκάλεσε αμφιβολίες για την ορθότητα της απόφασης, εκλήθη ως σύμβουλος από πλευράς κυβέρνησης -ΟΤΕ η Ιαπωνική Τηλεφωνική εταιρία. Η απόφαση συνάντησε οξύτατη αντίδραση των διοικήσεων INTRACOM και ΣΗΜΕΝΣ. Η εν συνεχεία εξέλιξη υπήρξε απρόβλεπτη. Πολύ σύντομα η ιαπωνική εταιρία εζήτησε να διακοπεί η συνεργασία για λόγους ηθικής τάξης. (Απεφάσισε να συμμετάσχει σε διαγωνισμό στη Βουλγαρία, στον οποίο θα συμμετείχε και ο ΟΤΕ). Παράλληλα ο πρωθυπουργός επέμεινε και επέβαλλε το άνοιγμα των οικονομικών προσφορών των τριών αποκλεισμένων εταιριών. (Κατά περίεργη σύμπτωση όρος περί του αντιθέτου είχε περιληφθεί στη διακήρυξη του διαγωνισμού). Με αποτέλεσμα να αποκαλυφθεί σημαντικότατη διαφορά προς τα κάτω σε σύγκριση με εκείνες των εγκριθεισών προσφορών.
Με την εκτέλεση της απόφασης κατακύρωσης του διαγωνισμού ο ΟΤΕ θα υφίστατο δύο πολύ σημαντικές ζημιές. Πρώτα το κόστος του αντικειμένου του διαγωνισμού θα ήταν υπερβολικά και αδικαιολόγητα υψηλό. Και δεύτερον θα έχανε τις επιστροφές από INTRACOM και ΣΗΜΕΝΣ, βάσει των όρων προηγούμενων συμβάσεων (των κατ’ επέκταση). Αντιστρόφως οι εταιρίες INTRACOM και ΣΗΜΕΝΣ, πέραν των κερδών τα οποία θα έχαναν, αν αποκλείοντο, θα έχαναν την αποκλειστικότητα στις προμήθειες του ΟΤΕ και θα αναγκάζονταν να επιστρέψουν σημαντικότατα ποσά λόγω των υποχρεώσεων τους βάσει των όρων των κατ’ επέκταση συμβάσεων.
Εν τω μεταξύ τον Αύγουστο του 1993 είχε ψηφισθεί από τη Βουλή ο νόμος 2167 περί του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος (ΟΤΕ), ο οποίος προέβλεπε, μεταξύ άλλων, νέα διάρθρωση του εταιρικού κεφαλαίου και στρατηγική συμμαχία με αξιόπιστη ξένη εταιρία. Αυτή θα αναλάμβανε το management του οργανισμού. Ήταν φυσικό το θέμα της κατακύρωσης του διαγωνισμού της 23ης Ιουλίου 1992 να εξετασθεί μέσα στο νέο αυτό πλαίσιο. Και η κυβέρνηση κατέληξε να παραπέμψει το θέμα στον μέλλοντα στρατηγικό εταίρο. Όψε ποτέ. Οι συνέπειες της απόφασης είναι γνωστές. Αποσταθεροποίηση με ενέργειες κυρίως της διοίκησης της INTRACOM και εντέλει πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Ο διαγωνισμός τελικά κατακυρώθηκε στις INTRACOM και ΣΗΜΕΝΣ τον Απρίλιο του 1994, επί κυβέρνησης Α. Παπανδρέου. Δεν εφαρμόσθηκε ποτέ ο όρος των συμβάσεων 1992-1993, σύμφωνα με τον οποίο οι τιμές που θα επιτυγχάνονταν στον διαγωνισμό θα ίσχυαν αναδρομικώς και για τις εν λόγω συμβάσεις.

Ο Γ. Μπράουν αιφνιδίασε τους πάντες στην πρόσφατη σύνοδο υπουργών οικονομικών της 






